Οι δικηγόροι κάνουν πόλεμο με τους δικαστές. Ο παραφρασμένος στίχος του δημοτικού τραγουδιού ταιριάζει απόλυτα στον ακήρυχτο πόλεμο που ξέσπασε εδώ και κάποιο καιρό μεταξύ δικηγόρων και της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΝΔΕ), που εκπροσωπεί τους δικαστές της τακτικής δικαιοσύνης.
Ο πόλεμος ξέσπασε μεταξύ ΔΣΑ και ΕΝΔΕ με εκατέρωθεν ανακοινώσεις, αντεγκλήσεις και δελτία Τύπου, με αφορμή την ανακοίνωση της ΕΝΔΕ, που παραπονέθηκε ότι ο ΔΣΑ δεν άσκησε πειθαρχική δίωξη κατά της δικηγόρου και βουλευτή ΖΚ, γιατί κατά τη διάρκεια δίκης στο Εφετείο Λαμίας από το έδρανο της διέταξε τηλεφωνικά, σε επήκοον όλων, την Αστυνομία να συλλάβει τους δικαστές και τον Εισαγγελέα της έδρας. Δεν γνωρίζω αν μέχρι σήμερα έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη κατά της ΖΚ υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρου, για την οποία δεν απαιτείται άδεια της Βουλής, και αν τελείωσε η προκαταρκτική εξέταση που διάταξε ο ΔΣΑ για τη διακρίβωση του αδικήματος, που όμως είναι περιττή, γιατί το αδίκημα αποδεικνύεται από τα πρακτικά της δίκης, που ως δημόσιο έγγραφο παρέχουν πλήρη απόδειξη και δεν επιδέχεται ανταπόδειξη.
Στη συνέχεια ο πόλεμος αναζωπυρώθηκε με τη πρόταση της ΕΝΔΕ για τη συμμετοχή δικαστών στα πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια των δικηγόρων, όταν δικάζεται ανοίκεια συμπεριφορά δικηγόρων κατά δικαστών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Στη πρόταση αυτή αντέδρασε η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων (ΟΠΔΣ), που πρότεινε τη θέσπιση κοινού δεοντολογίας δικαστών και δικηγόρων.
Φαίνεται ότι για τη προστασία των δικαστών κατά την άσκηση του λειτουργήματος υπάρχει έλλειμμα, που μπορεί να καλυφθεί μερικά με την εκ νέου θέσπιση του άρθρου 70 ΝΔ 3026/1954 (παλιός δικηγορικός κώδικας), που καταργήθηκε αδόκιμα και όριζε ότι το Δικαστήριο μπορούσε να επιβάλλει τις πειθαρχικές ποινές που προβλέπονται από τον ΔΚ, πλην της προσωρινής και οριστικής παύσης, οσάκις πρόκειται περί πειθαρχικών παραπτωμάτων των δικηγόρων που διαπράττονται σε δημόσια συνεδρίαση. Το άρθρο 332 ΚΠΔ προβλέπει τη πειθαρχική ευθύνη των δικαστικών λειτουργών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
Με πρόσφατη ανακοίνωση η ΟΠΔΣ κατηγορεί δικαστές για ιταμή συμπεριφορά σε νέους και γυναίκες δικηγόρους και ότι η Επιθεώρηση των δικαστών στον ΑΠ αρχειοθετεί άνευ ετέρου και χωρίς απάντηση τις αναφορές πολιτών κατά δικαστών με αιτιάσεις για ανοίκεια συμπεριφορά και εσφαλμένες αποφάσεις.
Δεν έχω ιδία αντίληψη για τις καταγγελίες για τη συμπεριφορά των δικαστών, που θα μπορούσαν εύκολα να διαπιστωθούν από τα πρακτικά της δίκης, που μαγνητοφωνούνται, αλλά δεν καθαρογράφονται κατά παράβαση του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, τουλάχιστον για τις αθωωτικές αποφάσεις. Είμαι όμως δέκτης παραπόνων ότι τα αρμόδια όργανα του ΑΠ αρχειοθέτησαν και δεν απάντησαν σε επώνυμες έγγραφες καταγγελίες πολιτών για ιταμή συμπεριφορά δικαστών και για εσφαλμένες δικαστικές αποφάσεις, που υπερβαίνουν τα ακραία όρια της δικανικής κρίσης, και ότι καλύπτουν αυταπόδεικτες πειθαρχικές παραβάσεις δικαστών.
Σαφώς η πειθαρχική διαδικασία είναι απόρρητη, αλλά όταν ο δικαστής έχει συλληφθεί με τη γίδα στη πλάτη, όπως συνέβη με τη δικαστικό στα Χανιά, που σε τηλεφωνική συνομιλία, που υποκλάπηκε νόμιμα από την αστυνομία, υποσχόταν στον αρχηγό της τοπικής μαφίας να ρυθμίσει ευνοϊκή σύνθεση δικαστηρίου, τότε οι αρμόδιοι στον ΑΠ πρέπει με σεβασμό στα προσωπικά δεδομένα να αποκαταστήσουν στη κοινή γνώμη τη τρωθείσα “έξωθεν καλή μαρτυρία”, τουλάχιστον των υπηρετούντων εκεί δικαστών.
Η δικαιοσύνη παρουσιάζει σοβαρό έλλειμμα αξιοπιστίας για τις δικαστικές αποφάσεις που “δεν πείθουν” για την ορθότητά τους, όπως προκύπτει από τις αλλεπάλληλες καταδίκες της χώρας μας από το ΕΔΔΑ για παραβάσεις του άρθρου της ΕΣΔΑ για “δίκαιη δίκη”, από τις αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων που αναιρούν ως εσφαλμένες αποφάσεις κατωτέρων δικαστηρίων, τα δημοσιεύματα του Τύπου, από τα οποία διαφαίνεται διακριτική μεταχείριση των επωνύμων από τα δικαστήρια με αθωώσεις για έλλειψη δόλου, για τις οποίες λόγω της μη καθαρογράφησης των πρακτικών της δίκης δεν υπάρχει αιτιολογία και συνεπώς ούτε έλεγχος.
Πρόσφατα ο ΔΣΑ αποφάσισε να ιδρύσει “Παρατηρητήριο καθυστερήσεων και κακοδικίας” με αντικείμενο τη συστηματική καταγραφή, ανάλυση και τεκμηριωμένη ανάδειξη φαινομένων και λειτουργικών δυσλειτουργιών στα δικαστήρια της Αθήνας, που θα λειτουργήσει με τη δημιουργία ειδικής πλατφόρμας εντός του portal του ΔΣΑ, όπου τα μέλη του συλλόγου θα υποβάλλουν αναφορές ανώνυμα ή επώνυμα. Η ΕΝΔΕ απάντησε ότι ο ΔΣΑ προσπαθεί να υποκαταστήσει τις νόμιμες διαδικασίες και τα θεσμικά όργανα που είναι θεσμικά επιφορτισμένα για αυτό το ρόλο.
Επί του πιεστηρίου, όπως λέγαμε παλιά: Κατά την εκδίκαση υπόθεσης στη Κέρκυρα εργαζόμενοι κατήγγειλαν τους πρώην δικηγόρους τους για ποινικά αξιόποινη συμπεριφορά. Η δικαστής, όπως υποχρεούται από το νόμο, απέστειλε τα πρακτικά της δίκης στον Εισαγγελέα για τα περαιτέρω. Η ΟΠΔΣ με ανακοίνωσή της διαμαρτυρήθηκε για στοχοποίηση δικηγόρων και η ΕΝΔΕ απάντησε με ανακοίνωση ότι η δικαστής εφάρμοσε τις διατάξεις της ΚΠΔ. Και ο χορός καλά κρατεί…
Από τον παραπάνω ακήρυχτο πόλεμο μεταξύ των εμπλεκόμενων στην απονομή της ποινικής και πολιτικής δικαιοσύνης εμμίσθων versus αμίσθων δικαστικών λειτουργών αναδείχθηκε το έλλειμμα στη προστασία των θεσμών και των οργάνων τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους από ανοίκεια συμπεριφορά εκατέρωθεν. Φαίνεται όμως ότι από μια “θλιβερή” μειοψηφία δικαστών δυσφημείται ολόκληρο το δικαστικό σώμα, που αποτελείται από εξαιρετικούς δικαστές, που πολλές φορές δεν αποδίδουν το ανάλογο έργο λόγω εγγενών δυσχερειών, που οι αρμόδιοι δεν επιλύουν.
Οι θεσμοί για να λειτουργήσουν ικανοποιητικά πρέπει να απολαμβάνουν της εμπιστοσύνης των πολιτών, που για τη δικαιοσύνη ανέρχεται σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις πέριξ του 20%, γιατί στην αντίθετη περίπτωση φθίνουν σταδιακά ανεπαίσθητα μέχρι να σταματήσει η λειτουργία τους στο σημείο μη αναστροφής. Οπότε για τη κάλυψη του κενού δημιουργείται ένας καινούργιος θεσμός ή καλύπτεται από ιδιωτική πρωτοβουλία, όπως συνέβη με την ίδρυση από τον ΔΣΑ του “Παρατηρητηρίου” για τη κάλυψη του κενού από τον μη πλήρη έλεγχο των δικαστών για καθυστερήσεις απονομής δικαιοσύνης και κακοδικία.
Φυσικά η πρωτοβουλία του ΔΣΑ δεν μπορεί να υποκαταστήσει τα από το Σύνταγμα οριζόμενα όργανα και διαδικασία αξιολόγησης και πειθαρχικού ελέγχου των δικαστών, αλλά η δημοσίευση μιας ετήσιας έκθεσης με αναφορά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, με σεβασμό πάντοτε στα προσωπικά δεδομένα, σαν μια black list μπορεί να συμβάλλει στη θεραπεία κάποιων παθογενειών, όπως για έλεγχο από τα αρμόδια όργανα της αυθαίρετης δικανικής κρίσης, που υποθάλπει η μη καθαρογράφηση των αθωωτικών αποφάσεων.
Επίσης μπορεί να συμβάλλει στην αλλαγή νοοτροπίας κάποιων δικαστών να ενεργούν σαν δικαστικοί λειτουργοί και όχι συντεχνιακά, όπως προκύπτει από τη πρόσφατη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε ότι με τη μη καθαρογράφηση των αθωωτικών αποφάσεων δεν παραβιάζεται το άρθρο 93 παρ. 3 Σ., που απαιτεί την αιτιολόγηση κάθε δικαστικής απόφασης, συμπεριλαμβανομένων και των αθωωτικών, που προϋποθέτει τη καθαρογράφησή τους. Ήδη το ΕΔΔΑ καταδίκασε τη χώρα μας για τη μη καθαρογράφηση αθωωτικής απόφασης.
Του Λέανδρου Ρακιντζή
Αρεοπαγίτης ε.τ.

